ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΡΟΣΟΨΗΣ

  • Υπόστρωμα: Το υπόστρωμα πρέπει να είναι ικανό να φέρει φορτία, καθαρό και σχετικά ομαλό. Σε περίπτωση που αμφισβητείται η φέρουσα ικανότητα ή σε γωνιακά τμήματα πολυώροφων κτιρίων (εξαιτίας τάσεων αποκόλλησης που ασκούνται από στροβιλισμούς του ανέμου ), ενδέχεται να απαιτηθεί πλήρης ή κατά τόπους μηχανική στερέωση. Σε οπτοπλινθοδομή συνίσταται το κλείσιμο των πιθανών οπών στα τούβλα (π.χ. μπατική), ενώ πρέπει να έχει παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος στεγνώματος των επιφανειών σκυροδέματος ή/και επιχρισμάτων. Επίσης σε κάθε περίπτωση (νέα κατασκευή ή υπάρχουσα) προτείνεται να ελέγχεται η επιπεδότητα των υποστρωμάτων καθώς από τον παράγοντα αυτό εξαρτάται η αισθητική τελειότητα του τελικού αποτελέσματος, καθώς επίσης και οι «περασιές» με τα υπόλοιπα στοιχεία το κτιρίου όπως κουφώματα, μάρμαρα, ποδιές παραθύρων κλπ. (Δηλ. μπαίνουν ράμματα και περασιές στην όψη του κτιρίου)
  •  

  • Τοποθέτηση πλακών πολυστερίνης ή πετροβάμβακα: Οι πλάκες τοποθετούνται ΠΑΝΤΑ «σταυρωτά», όπως στην οπτοπλινθοδομή (ακόμα και στις γωνίες του κτιρίου κλπ.), φροντίζοντας να μην μένουν ανοικτοί αρμοί ή μεγάλες ανεπιπεδότητες. Το συγκολλητικό κονίαμα τοποθετείται επάνω στις πλάκες, συνήθως περιμετρικά και σημειακά στο κέντρο της πλάκας ώστε να μπορεί να απορροφήσει τις ανωμαλίες του υποστρώματος (κατανάλωση ~ 4,5 – 6 kg/m2) Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στους χρόνους εργασιμότητας των μιγμάτων, ώστε να διασφαλίζεται η πρόσφυση των πλακών. Τυχόν κενά και αρμοί πρέπει να πληρωθούν είτε με κομμάτια του μονωτικού είτε με ειδικό αφρό πολυουρεθάνης, Sto Filler Foam SE, που πληροί της απαιτήσεις αναφλεξιμότητας των προδιαγραφών του συστήματος (Euroclass Ε).Μετά την ολοκλήρωση της τοποθέτησης των πλακών διογκωμένης πολυστερίνης, ακολουθεί εξομάλυνση της επιφάνειας με ειδικά «τριβεία» ώστε τελικά να παραδοθεί απόλυτα ομαλή και επίπεδη.
    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Έχει ιδιαίτερη σημασία η ποιότητα του μονωτικού υλικού, εξαιτίας των επιθυμητών ιδιοτήτων του (σκληρή διογκωμένη πολυστερίνη, χαμηλής πυκνότητας), για την σταθερότητα των διαστάσεων των πλακών (ύψος, πλάτος, πάχος, επιπεδότητα) και για την αξιοπιστία του συντελεστή θερμομόνωσης λ (βάση πιστοποιητικού CE). Η πιστοποίηση CE των θερμομονωτικών υλικών ΠΡΕΠΕΙ να γίνεται ειδικά για χρήση σε συστήματα εξωτερικής θερμομόνωσης καθώς βάση της πιστοποίησης ETA (European Technical Approval) των συστημάτων, ΜΟΝΟ οι πλάκες αυτές είναι ασφαλείς για χρήση ως μέρος πιστοποιημένου συστήματος.

    Μηχανική στερέωση μονωτικών πλακών.
    Στα συστήματα με διογκωμένη πολυστερίνη, εξαιτίας του ιδιαίτερα χαμηλού βάρους του συστήματος (περίπου 10 kg/m2 για πάχος 5 cm), η συγκολλητική ικανότητα του κονιάματος είναι επαρκής. Εάν απαιτείται μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά μέσο όρο 6 βύσματα/m2 επιφάνειας κελύφους. Στο σύστημα με πετροβάμβακα η μηχανική στήριξη είναι απαραίτητη εξαιτίας του μεγαλύτερου βάρους του συστήματος (περίπου 18 kg/m2 για πάχος 5 cm), ενώ συνίσταται η χρήση βιδών στα βύσματα. Ανάλογα με το ύψος του κτιρίου και το σημείο τοποθέτησης των βυσμάτων χρησιμοποιούνται 6-8 τεμ./m2.

  •  

  • Ενδιάμεση στρώση και τοποθέτηση πλέγματος ενίσχυσης: Το ενδιάμεσο ενισχυτικό επίχρισμα μπορεί να εφαρμοστεί είτε μηχανικά, με μηχανές ψεκασμού, είτε με ειδικές σπάτουλες . Η χρήση των έτοιμων οργανικών επιχρισμάτων διευκολύνει γενικά το στάδιο αυτό εξαιτίας της εργασιμότητας και της σταθερής ποιότητας του υλικού (δεν παρασκευάζεται μίγμα).Τα υλικά δεν στεγνώνουν μέσα στις μηχανές ψεκασμού, με αποτέλεσμα να βοηθούν στην ταχύτερη εργασία χωρίς ανάγκη καθαρισμού της μηχανής καθημερινά. Επίσης τα υλικά αυτά, με χρήση κατάλληλων επιταχυντών (τεχνολογία QS) μπορεί να επιταχύνουν δραματικά το στέγνωμα του υλικού και η δημιουργία υδατοστεγούς επιφάνειας, γεγονός που μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας και υψηλής υγρασίας ή βροχής.

    Κατανάλωση 3 έως και 3,5 kg/m2 (πάχος στρώσης 2-3 mm) ανάλογα με την επιπεδότητα του υποστρώματος και τις ιδιότητες του υλικού (στην περίπτωση του πετροβάμβακα αναμένονται γενικά μεγαλύτερες καταναλώσεις σε σχέση με την διογκωμένη πολυστερίνη εξαιτίας της αδυναμίας επεξεργασίας του υλικού μετά την τοποθέτηση για εξασφάλιση επιπεδότητας). Το υαλόπλεγμα, το οποίο συσκευάζεται σε ρολά, τοποθετείται στην επιφάνεια του κτιρίου και εμβαπτίζεται στο υγρό ακόμα επίχρισμα, έτσι ώστε να καλυφθεί πλήρως. Οι στρώσεις του υαλοπλέγματος πρέπει να επικαλύπτονται ΠΑΝΤΑ κατά περίπου 10cm στις άκρες ώστε να διασφαλίζεται η κατανομή των τάσεων του υποστρώματος και η συνέχεια της θωράκισης του επιχρίσματος.

    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η ποιότητα του υαλοπλέγματος, οι αντοχές του και ο σωστός τρόπος τοποθέτησης είναι ζωτικής σημασίας για την αντοχή και την διάρκεια ζωής των περιγραφόμενων συστημάτων. Ουσιαστικά κανένα σημείο του κελύφους, επί του οποίου χρησιμοποιείται εξωτερική μόνωση, δεν πρέπει να μένει χωρίς οπλισμό επικαλυπτόμενο στις ενώσεις, ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στις θερμικές και μηχανικές καταπονήσεις που δέχεται. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και νια τα ειδικά τεμάχια του συστήματος όπως νωνιόκρανα, νεροσταλάκτες, ειδικά τεμάχια νια σκοτίες κλπ. Επιπλέον στην περίπτωση της ανόργανης ενισχυτικής στρώσης δεν θα πρέπει να ξεχνιέται ο διαγώνιος οπλισμός στις γωνίες των παραθύρων.

 

  • Τελική στρώση: Όπως έχει ήδη αναφερθεί η τελική στρώση μπορεί να είναι οργανικής ή ανόργανου βάσης. Θα εξετάσουμε τις δύο περιπτώσεις ξεχωριστά.

Οργανικά επιχρίσματα:

Είναι έτοιμες πάστες σε δοχεία και μπορούν να τοποθετηθούν με μηχανή ψεκασμού ή με το χέρι με σπάτουλες. Είναι έτοιμα στην επιθυμητή απόχρωση και επί οργανικού υποστρώματος δεν απαιτείται συνήθως ενδιάμεση στρώση. Προσφέρουν την μέγιστη αντίσταση στις συνθήκες του περιβάλλοντος καθώς και ιδιαίτερα αυξημένη ελαστικότητα σε σχέση με τα αντίστοιχα ανόργανα επιχρίσματα. Εξαιτίας της σύνθεσης τους δεν δίνουν μεγάλο πάχος στρώσης, ενώ αναλογική με το μέγεθος κόκκου των αδρανών που περιέχουν είναι η ικανότητα να «γεμίζουν» ανωμαλίες του υποστρώματος. Συνήθως η κοκκομετρία κυμαίνεται από 1 έως 3 mm και αντίστοιχη είναι η κατανάλωση (~3- 3,5 kg/m2), καθώς και το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα (πιο ομαλό – λείο ή πιο άγριο – χοντρόκοκκο). Τα οργανικά επιχρίσματα διακρίνονται ανάλογα με τη σύστασή τους σε ακρυλικής βάσης επιχρίσματα όπως το StoLit K/R/MP, που είναι ο Νο.1 σε πωλήσεις σοβάς της Sto , και σε σιλικονούχα επιχρίσματα Sto Silco K/R/MP και StoLotusan Κ. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον σιλικονούχο αυτοκαθαριζόμενο σοβά Sto Lotusan Κ που συνδυάζει την τεχνολογία των σιλικονούχων επιχρισμάτων με την μοναδική τεχνολογία Lotusan της Sto για πραγματικά καθαρές προσόψεις για πολλά χρόνια.


Ανόργανα επιχρίσματα:

Ανόργανοι σοβάδες σε μορφή σκόνης. Μπορούν επίσης να εφαρμοστούν με μηχανικά μέσα, ενώ μπορούν να είναι και χρωματισμένα στην επιθυμητή απόχρωση. Πρόκειται στην ουσία για ασβεστο-τσιμεντοειδή επιχρίσματα, τα οποία παραλαμβάνονται σε σακί και απαιτείται η κατάλληλη προετοιμασία του μίγματος. Ως εκ τούτου κατά την εφαρμογή πρέπει να προφυλάσσονται από απότομο στέγνωμα της εξωτερικής τους επιφάνειας, και για τον λόγο αυτό σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών συνίσταται η επιφάνεια τους να διαβρέχεται μετά την εφαρμογή. Παρέχονται σε κοκκομετρίες 1.0, 1.5, 2.0, 3.0 mm και ελεύθερης διαμόρφωσης – 0,7 π.χ. Sto Miral K/R/MPji σε λεία υφή π.χ. StoMiral Nivel. Η ομοιομορφία των αποχρώσεων υστερεί σημαντικά σε σχέση με τα οργανικά επιχρίσματα καθώς επίσης και η αντοχή της απόχρωσης στον χρόνο. Συνίσταται πάντοτε και η βαφή των επιφανειών για καλύτερη αδιαβροχοποίηση τους καθώς και για την ομοιομορφία του τελικού αισθητικού αποτελέσματος. Η κοκκομετρία των αδρανών στα ανόργανα κονιάματα είναι αντίστοιχη αυτής των οργανικών, με γενικά δυνατότητα χρήσης σε μεγαλύτερο πάχος στρώσης καθώς και δυνατότητα χρήσης κονιαμάτων με ιδιαίτερα χαμηλή κοκκομετρία (0,5 mm).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το μέγεθος κόκκου των αδρανών που περιέχονται στα τελικά επιχρίσματα είναι μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος για την επίτευξη ενός «τέλειου» αισθητικού αποτελέσματος. Γενικά είναι σαφώς δυσκολότερη η επίτευξη μιας απόλυτα ομαλής τελικής επιφάνειας με λεπτόκοκκα επιχρίσματα (αυξημένη πιθανότητα ύπαρξης ανωμαλιών και «σκιών»). Για τον λόγο αυτό και προτείνονται συνήθως τελικά επιχρίσματα με αδρανή μεγαλύτερα του 1 mm ή ακόμα καλύτερα του 1,5 mm.